Κάθοδος στον Κάτω Κόσμο στην Απολλωνία

 Η αρχαία Απολλωνία της Αλβανίας υπήρξε μία από τις σημαντικότερες λιμενικές πόλεις και πολιτιστικά κέντρα του αρχαίου μεσογειακού κόσμου. Τη σπουδαιότητά της μαρτυρεί το γεγονός ότι ο Κικέρων την αποκάλεσε magna urbs et gravis, «μεγάλη και επιβλητική πόλη», ενώ ο Οκταβιανός – ο μετέπειτα Αύγουστος – σπούδασε εδώ και από εδώ επέστρεψε στη Ρώμη όταν πληροφορήθηκε τη δολοφονία του Καίσαρα. Αφού έγινε αυτοκράτορας, παραχώρησε στην πόλη φορολογική ατέλεια, γεγονός που ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την ευημερία της.

Γι’ αυτό και το λιθάριο του σημερινού, σχετικά μικρού αρχαιολογικού χώρου διατηρεί λίθινα γλυπτά εξαιρετικής ποιότητας, που μαρτυρούν τόσο τη δεξιοτεχνία μεγάλων καλλιτεχνών όσο και τον πλούτο της πόλης.

Το λιθάριο διατηρεί επίσης πολυάριθμες επιτύμβιες στήλες από το νεκροταφείο μιας πόλης που άλλοτε αριθμούσε εξήντα έως εβδομήντα χιλιάδες κατοίκους. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει μία στενή και ψηλή επιτύμβια στήλη του 3ου αιώνα π.Χ., της οποίας η εικονογραφία είναι μοναδική σε ολόκληρο το σωζόμενο σύνολο των αρχαίων μνημείων. Παριστάνει τον νεκρό να κατέρχεται από τον κόσμο των ζωντανών στον Άδη, αφήνοντας πίσω τους πενθούντες και οδηγούμενος από τον Ερμή και τον Χάροντα προς τον κριτή του Κάτω Κόσμου.

Η μορφή της στήλης, πλαισιωμένης από κίονες και στεφόμενης με τοξωτή κόγχη, είναι γνωστή στη βιβλιογραφία ως ναΐσκος (ναΐσκος), δηλαδή «μικρός ναός». Ο τύπος αυτός έγινε δημοφιλής στην Απολλωνία από τον 3ο αιώνα π.Χ., αντικαθιστώντας τις παλαιότερες στήλες με ευθύ αέτωμα. Το χαρακτηριστικό αυτό, μαζί με πολλά άλλα στοιχεία, χρονολογεί το μνημείο στον 3ο αιώνα π.Χ., όταν η Απολλωνία ήταν ακόμη ελληνικός θύλακας μέσα στην ιλλυρική επικράτεια.

Μέσα στην κόγχη γονατίζουν δύο γυναίκες θρηνώντας, με το βλέμμα στραμμένο προς τα κάτω, εκεί όπου, σύμφωνα με την παράσταση του αναγλύφου, έχει χαθεί ο νεκρός.

Στις δύο πλευρές της κόγχης στέκει από μία Σειρήνα με ανοιγμένα φτερά, που αρχικά έφερε γυναικείο πρόσωπο. Στην Οδύσσεια οι Σειρήνες είναι ακόμη επικίνδυνα όντα που παρασύρουν τους ναυτικούς στον θάνατο με το τραγούδι τους. Ωστόσο, έως την εποχή αυτή είχαν ήδη μετατραπεί σε οδηγούς του Κάτω Κόσμου: με την υπέροχη φωνή τους εξέφραζαν αφενός τη θλίψη των ζωντανών και αφετέρου παρηγορούσαν τη νεκρή, ακόμη φοβισμένη ψυχή καθώς εγκατέλειπε τον επίγειο κόσμο. Το πτηνόμορφο σώμα τους τούς επέτρεπε να κινούνται ελεύθερα ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και των νεκρών.

Την ψυχή που κατεβαίνει τη σκάλα (?) καθοδηγεί πρωτίστως ο Ερμής, ο μόνος θεός που μπορούσε να κινείται ελεύθερα ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και των νεκρών και γι’ αυτό ήταν ο ψυχοπομπός (ψυχοπομπός). Σύμβολό του είναι το κηρύκειο που εικονίζεται επάνω, το ραβδί του Ερμή γύρω από το οποίο περιελίσσονται δύο φίδια.

Στη βάση της σκάλας μία μορφή βοηθά την ψυχή να επιβιβαστεί στη βάρκα του Χάροντα, η οποία περιμένει στο κάτω μέρος του αναγλύφου. Η ταυτότητα της μορφής αυτής αποτελεί αντικείμενο συζήτησης: ορισμένοι μελετητές τη θεωρούν αγαθοποιό δαίμονα του Κάτω Κόσμου, όμως η επικρατέστερη ερμηνεία τη θεωρεί τον ίδιο τον Χάροντα (γνωστό στους Ιλλυριούς ως Κερόντι), ο οποίος βγαίνει από τη βάρκα του για να βοηθήσει την ψυχή να επιβιβαστεί, ενώ ταυτόχρονα απεικονίζεται ήδη καθισμένος μέσα στη βάρκα, παρουσιάζοντας έτσι δύο διαδοχικές στιγμές της ίδιας αφήγησης.

Η ιδιαίτερη σημασία του Χάροντα στην τοπική λατρεία αποδεικνύεται από το γεγονός ότι οι νεκροί που ανασκάφηκαν στο νεκροταφείο της Απολλωνίας είχαν συνήθως ακόμη στο στόμα τους τον οβολό που προοριζόταν γι’ αυτόν — ή τουλάχιστον την πρασινωπή αλλοίωση που μαρτυρούσε την παλαιότερη παρουσία του.

Στη δεξιά πλευρά της σκάλας, ήδη στον Κάτω Κόσμο, ο Άδης περιμένει την ψυχή καθισμένος στον θρόνο του.

Στα πόδια του θρόνου του Άδη κάθεται κουλουριασμένη η Περσεφόνη. Η σημασία της μοιάζει να επισκιάζεται από τον Άδη, όμως σύμφωνα με την ελληνική αντίληψη εκείνη ήταν που υποδεχόταν την ψυχή με αληθινή συμπόνια, αφού και η ίδια είχε βιώσει την αρπαγή από τον κόσμο των ζωντανών και την αναγκαστική κάθοδό της στον Κάτω Κόσμο. Και επειδή, σύμφωνα με τον μύθο της, περνούσε το μισό έτος επάνω στη γη μαζί με τη μητέρα της Δήμητρα ως προσωποποίηση της ανοιξιάτικης αναγέννησης, συμβόλιζε στα ταφικά μνημεία την ελπίδα ότι η ψυχή του νεκρού δεν θα αφανιστεί ολοκληρωτικά, αλλά θα αναγεννηθεί σε μια νέα μορφή ζωής. Οι οπαδοί των εξαιρετικά δημοφιλών εκείνη την εποχή Ορφικών και Ελευσινίων Μυστηρίων προσεύχονταν ειδικά στην Περσεφόνη για ευδαιμονία στη μεταθανάτια ζωή. Η παρουσία της στο ανάγλυφο εγγυόταν ότι η ψυχή δεν έφθανε σε τόπο σκότους και βασάνων, αλλά σε ένα δίκαιο και εύτακτο βασίλειο.

Η γέννηση της Αφροδίτης (λεπτομέρεια), από το λιθάριο της Απολλωνίας, 3ος αιώνας π.Χ.

Add comment